δημεραστής

δημεραστ-ής, οῦ, ,
A friend of the people, Pl.Alc.1.132a, D.C.47.38:— hence Subst. [suff] δημεραστ-ία, , Poll.3.65, and Adj. [suff] δημεραστ-ικός, ή, όν, friendly to the people, Procl.in Alc.p.146 C.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημεραστής — δημεραστής, ο (Α) ο εραστής τού δήμου αυτός που επιδεικνύει υπερβολική αγάπη για τόν λαό …   Dictionary of Greek

  • δημεραστής — friend of the people masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημεραστήν — δημεραστής friend of the people masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημεραστάς — δημεραστά̱ς , δημεραστής friend of the people masc acc pl δημεραστά̱ς , δημεραστής friend of the people masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.